h1

Ελλάδα 1940, μια αιώνια ιστορία

26/10/2009

Η ανάρτηση και τα λινκ σήμερα ανήκουν δικαιωματικά σε ένα νεαρό Ελληνάκι, το Βασίλη, που γράφει για την 28η Οκτωβρίου.
Στο ιστολόγιό του Μαθητής (το γράφει στα ελληνικά, στα γερμανικά και στα αγγλικά.).

ELLH-1940
(φωτό Αμμοδύτης)

Σχόλιο του Δωδωναίου:
Βασίλη μας και «βασιλένιε»
Παιδί των σημερινών καιρών. Χαίρε! Από την καρδιά μου και πάλι χαίρε.
Η γραφή σου, μας παίρνει και μας πάει εκεί στις Ημέρες Εκείνες που το απόθεμα αγάπης για την Πατρίδα, είναι και μένει ακόμα άσωτο.
Είναι εκείνες οι μεγάλες ώρες που χιλιάδες νέα παιδιά του Λαού μας έτρεχαν στα κακοτράχαλα βουνά της Αλβανίας με ένα «όπλο γκρά» στο χέρι και φωνάζοντας «αέρα» έτρεπαν σε άτακτη φυγή τους Ιταλούς εισβολείς.
Δεν γνώριζαν ανάγνωση και γραφή οι περισσότεροι, αλλά μέσα στο προαιώνιο DNA τους, ήταν γραμμένος του Αισχύλου ο Λόγος:
« Μόνοι εμείς οι Έλληνες, αντίθετα με τους βαρβάρους , δεν μετράμε ποτέ το πλήθος του εχθρού στην μάχη»
Και ο εχθρός δεν πέρασε.
Και όχι μόνο δεν πέρασε αλλά κινδύνευσε αποκομμένος να ριχτεί στην θάλασσα.
Είναι η εποχή που σύσσωμη η Παγκόσμια κοινή γνώμη έμεινε άφωνη μπροστά στα κατορθώματα των νέων συμπατριωτών μας.
Ο τότε Πρωθυπουργός της Αγγλίας Winston Churchill δήλωνε:
Του λοιπού δεν θα λέγεται ότι οι Έλληνες πολεμούν ως ήρωες, αλλά ότι οι ήρωες πολεμούν ως Έλληνες.”
Και ο ίδιος ο Hitler αργότερα εκμυστηρευότανε σε επιτελείς του λίγο πριν αποφασίσει την επίθεση κατά της Ελλάδας τον Απρίλη του 41:
Εάν επιτεθώ, θα μου πουν ότι κτυπώ πισώπλατα έναν ηρωικό λαό.
Εάν δεν επιτεθώ, προδίδω ένα φίλο και σύμμαχο (εννοούσε τον Mussolini)

Μετά την πτώση των οχυρών του Ρούπελ ο Ηitler δήλωνε:
Ενώπιον της Ιστορίας είμαι υποχρεωμένος να αναγνωρίσω ότι, από τους μέχρι τώρα αντιπάλους μας, ο Έλληνας στρατιώτης πολέμησε με εξαιρετική γενναιότητα και δεν παραδόθηκε παρά όταν κάθε αντίστασή του ήταν αδύνατη. Ως εκ τούτου, απεφάσισα να μην κρατηθεί κανένας Έλληνας στρατιώτης αιχμάλωτος και οι αξιωματικοί να διατηρήσουν τα προσωπικά όπλα τους.
Ένας καθηγητής μας στο πανεπιστήμιο με δάκρυα στα μάτια, μας έλεγε κάποτε εδώ και χρόνια σε μια Επαίτειο:
Σπούδαζα τότε στη Γαλλία και βρισκόμουνα κοντά στα Ιταλο – Γαλλικά σύνορα.
Από την πλευρά της Γαλλίας, είχανε οι κάτοικοι αναρτήσει ένα μεγάλο πανώ που έγραφε:
«Έλληνες σταματήστε εδώ. Από εδώ και πέρα είναι η Γαλλία».
Με έκαναν τότε αυτά τα γεγονότα στο 18 μου χρόνια έλεγε να νοιώσω χίλιες φορές Πατριώτης.
Αυτοί είμαστε τότε Βασίλη και δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι οι θυσίες ήτανε πολύ μεγάλες.
Χιλιάδες νέα παιδιά (λίγο μεγαλύτερα από σένα), έπεσαν στα ματωμένα βουνά της Αλβανίας, και άλλα έμειναν σακάτηδες, πολεμώντας για αυτή την «φλούδα γης» που την λένε Ελλάδα και είναι η Πατρίδα μας. Εκεί στης μάχης το χαμό, η αυταπάρνηση αντάμωσε την τέχνη και εκεί γράφτηκε από τον στρατιώτη του Μετώπου τον μεγάλο μας Οδυσσέα Ελύτη το:
«Άσμα ηρωικό και πένθιμο για τον χαμένο ανθυπολοχαγό της Αλβανίας»
Και να εδώ μερικοί στίχοι από το επικό αριστούργημα:

«…. Εκεί που πρώτα εκατοικούσε ο ήλιος,
που με τα μάτια μιας παρθένας άνοιγε ο καιρός,
καθώς εχιόνιζε απ’ το σκούντημα της μυγδαλιάς ο αγέρας,
κι άναβαν στις κορφές των χόρτων καβαλάρηδες,
εκεί που χτύπαγεν η οπλή ενός πλάτανου λεβέντικου
και μια σημαία πλατάγιζε ψηλά γη και νερό,
που όπλο ποτέ σε πλάτη δεν εβάραινε
μα όλος ο κόπος τ’ ουρανού,
όλος ο κόσμος έλαμπε σαν μια νεροσταγόνα
πρωί στα πόδια του βουνού,
τώρα, σαν από στεναγμό θεού ένας ίσκιος μεγαλώνει,
τώρα, η αγωνία σκυφτή με χέρια κοκαλιάρικα,
πιάνει και σβήνει ένα-ένα τα λουλούδια επάνω της,
μες στις χαράδρες όπου τα νερά σταμάτησαν
από λιμό χαράς κοίτουνται τα τραγούδια
βράχοι καλόγεροι με κρύα μαλλιά
κόβουνε σιωπηλοί της ερημιάς τον άρτο.
Χειμώνας μπαίνει ως το μυαλό. Κάτι κακό
θ’ ανάψει. Αγριέυει η τρίχα του αλογόβουνου,
τα όρνια μοιράζονται ψηλά τις ψύχες τ’ ουρανού.¨
…………………………………………………………
Κοίτεται απάνω στην τσουρουφλισμένη χλαίνη…
Αιώνες μαύροι γύρω του
αλυχτούν με σκελετούς σκυλιών τη φοβερή σιωπή
κ οι ώρες που ξανάγιναν πέτρινες περιστέρες
ακούν με προσοχή,
όμως το γέλιο κάηκε, όμως η γη κουφάθηκε,
όμως κανείς δεν άκουσε την πιο στερνή κραυγή
-όλος ο κόσμος άδειασε με τη στερνή κραυγή.
…………………………………………………….
Ηταν ωραίο παιδί. Την πρώτη μέρα που γεννήθηκε
σκύψανε τα βουνά της Θράκης να φανεί
στους ώμους της στεριάς το στάρι που αναγάλλιαζε,
σκύψανε τα βουνά της Θράκης και το φτύσανε
μια στο κεφάλι, μια στον κόρφο, μια μες το κλάμα του,
βγήκαν Ρωμιοί με μπράτσα φοβερά
και το σηκώσαν στου βοριά τα σπάργανα.
Ύστερα οι μέρες τρέξανε, παράβγαν στο λιθάρι,
καβάλλα σε φοραδοπούλες χοροπήδηξαν,
ύστερα κύλησαν Στρυμόνες πρωινοί
ώσπου κουδούνισαν παντού οι τσιγγάνες ανεμώνες
κ’ ήρθαν από της γης τα πέρατα
οι πελαγίτες οι βοσκοί να παν των φλόκων τα κοπάδια
εκεί που βαθιανάσαινε μια θαλασσοσπηλιά,
εκεί που μια μεγάλη πέτρα εστέναζε!
Hταν γερό παιδί,
τις νύχτες αγκαλιά με τα νεραντζοκόριτσα
λέρωνε τις μεγάλες φορεσιές των άστρων,
ήταν τόσος ο έρωτας στα σπλάχνα του
που έπινε μέσα στο κρασί τη γέψη όλης της γης,
πιάνοντας ύστερα χορό μ’ όλες τις νίφες λεύκες ώσπου ν’ ακούσει και να χύσ’ η αυγή το φως μες στα μαλλιά του,
η αυγή, που μ’ ανοιχτά μπράτσα τον έβρισκε
στη σέλλα δυό μικρών κλαδιών να γρατσουνάει τον ήλιο,
να βάφει τα λουλούδια
ή, πάλι, με στοργή να σιγονανουρίζει
τις μικρές κουκουβάγιες που ξαγρύπνησαν…
Α! τι θυμάρι δυνατό η ανασαιμιά του!
Τι χάρτης περιφάνιας το γυμνό του στήθος,
όπου ξεσπούσαν λευτεριά και θάλασσα!…
Hταν γενναίο παιδί.
Με τα θαμπόχρυσα κουμπιά και το πιστόλι του,
με τον αέρα του άντρα στην περπατηξιά,
και με το κράνος του -γιαλιστερό σημάδι
(φτάσανε τόσο εύκολα μες στο μυαλό
που δεν γνώρισε κακό ποτέ του)
με τους στρατιώτες του ζερβά-δεξιά
και την εκδίκηση της αδικίας μπροστά του.
-Φωτιά στην άνομη, φωτιά!
Με το αίμα πάνω από τα φρύδια
τα βουνά της Αλβανίας βροντήξανε, ύστερα λυώσαν χιόνι να ξεπλύνουν
το κορμί του, σιωπηλό ναυάγιο της αυγής,
και το στόμα του, μικρό πουλί ακελάηδιστο,
και τα χέρια του, ανοιχτές πλατείες της ερημίας.
Βρόντηξαν τα βουνά της Αλβανίας
-δεν έκλαψαν.
Γιατί να κλάψουν;
Hταν γενναίο παιδί!»
………………………………………………………………………………………
………………………………………………………………………………………
Γεια και χαρά στον Πανέλληνα μικρό Βασίλη…

Advertisements

3 Σχόλια

  1. λοιπόν, το «μνημείο» αυτό δεν είναι από τα ωραιότερα, και, όπως πολλά έργα στην σύγχρονη πρωτεύουσα του νησιού, είναι αμφίβολης αισθητικής σε αμφίβολη πόλη. Αλλά αυτά είναι γούστα…

    Παραδόξως, μέσα στην περιβόητη εκκλησία της Παναγίας (που είναι πάνω σε εκκλησία του Ιωάννη του Βαπτιστή (νομίζω) και αυτός σε σειρά του σε ναό του Διονύσου, ένα από τα ωραιότερα μέρη είναι ένα μικρό δωματιάκι για την Έλλη.

    Η Έλλη, σε αντίθεση από άλλα θαύματα και (εφ-)ευρέσεις είναι αυθεντική. Genuine. Πραγματική. Χωρίς όνειρα, ή μυθοπλασία, για να παραμυθιάζεται ο όχλος και να προσκυνάει ο λαός.


  2. Στη φωτογραφία ωραίο φαίνεται.


  3. Καλημέρα. Συμφωνώ με την Κυνική. Νομίζω ήταν μια ευφυής στιγμή του καλλιτέχνη, ειδικά τα διαμπερή 1940-ΕΛΛΗ.
    Είναι αυτό που πρέπει. Αποτίει σεβασμό. Ο σεβασμός είναι κάθετο συναίσθημα, σιωπηλό και αμείλικτο.



Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: